-ΥΠΑΠΑΝΤΗ -ΛΙΜΝΕΣ-ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ-

-ΥΠΑΠΑΝΤΗ -ΛΙΜΝΕΣ-ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ-
-ΠΑΣ ΜΗ Ε Λ Λ Η Ν ΒΑΡΒΑΡΟΣ-

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Μαύρη επέτειος μιας χρεοκοπίας  

του Μιχ. Τιβέριου
Πρόθεσή μου ήταν να ασχοληθώ σήμερα με το ελληνικό Πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα με την επικείμενη εκλογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου νόμου για την Ανώτατη Παιδεία, των μελών του Συμβουλίου Διοίκησής του. Τις απόψεις μου για το νέο νομοθέτημα και για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να επιδιωχθεί η θεραπεία των κακώς κειμένων του τις έχω διατυπώσει σε παλιότερες επιφυλλίδες. Είναι όμως θλιβερό να διαπιστώνει κανείς ότι πανεπιστημιακοί καθηγητές τάσσονται αναφανδόν υπέρ της μη εφαρμογής του νόμου. Πώς είναι δυνατόν νόμοι της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας να απαξιώνονται από ανώτατους κρατικούς λειτουργούς της; Πράγματι, πολύ θα ήθελα να ξέρω πώς αντιμετωπίζουν το όλο θέμα οι συνάδελφοι της Νομικής και πώς το αναπτύσσουν στους φοιτητές τους. Ο παραλογισμός και η αυτοκαταστροφική μας διάθεση σε όλο τους το μεγαλείο!

Μια μαύρη επέτειος ωστόσο, σε συνδυασμό και με την οικτρή οικονομική μας κατάσταση, με ώθησε να επιλέξω το σημερινό θέμα. Συγκεκριμένα στις 13 Δεκεμβρίου (με το παλιό ημερολόγιο) του 1893, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε τη διαβόητη φράση: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Θα αναφερθώ επιγραμματικά στο ιστορικό τής τότε οικονομικής κρίσης, η διαχείριση της οποίας παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με αυτή της σημερινής. «Η ιστορία του παρελθόντος είναι ...; ο κάλλιστος επί το μέλλον οδηγός ...». Οι εκλογές τον Ιούνιο του 1892 ανέδειξαν τον Τρικούπη παντοδύναμο. Ωστόσο, τα σημάδια μιας επερχόμενης οικονομικής κρίσης ήταν ορατά, καθώς όλοι έβλεπαν ότι το ελληνικό κράτος σύντομα δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσει τα μεγάλα τοκομερίδια των δανείων που είχε συνάψει. Την ίδια χρονιά φτάνουν στην Ελλάδα ξένοι εμπειρογνώμονες, με πιο γνωστό τον Ε. F. G. Law, για να εξετάσουν την οικονομική κατάσταση και να προτείνουν μέτρα για την εξυγίανσή της, ενώ στο Λονδίνο γίνονται διαπραγματεύσεις για σύναψη δανείου. Ωστόσο, επειδή οι όροι των δανειστών έθεταν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία μας, ο Τρικούπης έκρινε ότι θα ήταν πολιτικά προτιμότερο η σχετική συμφωνία να μην περάσει από το Κοινοβούλιο. Η μεθόδευση όμως αυτή δεν έγινε δεκτή από το Στέμμα και έτσι τον Απρίλιο του 1893 ο Τρικούπης υποβάλλει την παραίτησή του.


Η χώρα ωστόσο δεν οδηγείται σε εκλογές, παρά το σχετικό αίτημα της αντιπολίτευσης, και αναζητείται πρόσωπο ικανό να προλάβει την επαπειλούμενη χρεοκοπία και καταστροφή. Συζητούνται διάφορες λύσεις, ανάμεσά τους και αυτή της χρεοκοπίας. Τελικά η πρωθυπουργία ανατίθεται στον Σωτ. Σωτηρόπουλο, σε ένα μη κοινοβουλευτικό τότε πρόσωπο, που είχε τη φήμη μεγάλου οικονομολόγου, εκτίμηση μάλλον υπερβολική. Ο Σωτηρόπουλος, σφοδρός πολέμιος της οικονομικής πολιτικής του Τρικούπη, υπόσχεται να μη χρεοκοπήσει η χώρα και αρχίζει διαπραγματεύσεις για σύναψη δανείου, οι οποίες και καταλήγουν σε συμφωνία, με όρους όμως δυσβάστακτους. Ωστόσο η Βουλή, που ελεγχόταν από την τρικουπική πλειοψηφία, καταψηφίζει τον Οκτώβριο την κυβέρνησή του, και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει και πάλι ο Τρικούπης. Τίποτε όμως δεν σώζει την κατάσταση και στις αρχές Δεκεμβρίου ο πρωθυπουργός, από του βήματος της Βουλής, αναγγέλλει ότι το κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τους δανειστές. Από τις οξύτατες σχετικές συζητήσεις στη Βουλή στέκομαι σε απόσπασμα από αγόρευση του Θ. Δηλιγιάννη: « ...Ενώ λοιπόν εγνωρίζατε (απευθύνεται σε υπουργό της κυβέρνησης Σωτηροπούλου) ότι δεν δύνασθε να επαρκέσητε εις τας ανάγκας του δημοσίου ταμείου ..., πώς επηγγέλλεσθε ότι το κράτος ήτο επαρκές ίνα εκπληρώση τας υποχρεώσεις αυτού ...; Δεν ηθέλομεν φθάσει εις την κατάστασιν, εις την οποίαν εφθάσαμεν, εάν δεν διεστρέφομεν την αλήθειαν, εάν δεν ησπαζόμεθα το ψεύδος, εάν δεν επλανώμεν τον ελληνικόν λαόν ...».


Ο Τρικούπης επιδιώκει να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους δανειστές προσφέροντάς τους, ως προσωρινή λύση, το 30% των τοκομεριδίων σε συνάλλαγμα, ως τον οριστικό διακανονισμό. Το σχετικό νομοσχέδιο, που ο ίδιος εισηγήθηκε στη Βουλή, προκάλεσε μεγάλη πτώση στην αξία των χρεογράφων και του νομίσματος και, όπως ήταν αναμενόμενο, συνάντησε σφοδρότατες αντιδράσεις. Μέρος της αντιπολίτευσης θεώρησε τη χρεοκοπία «δολίαν» και μίλησε για κίνδυνο ξενικής κατοχής και δήμευσης κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Με τέτοιες αντιδράσεις στο εσωτερικό, επόμενο ήταν οι δανειστές στο εξωτερικό να αρνούνται να συζητήσουν έναν συμβιβασμό, αν προηγουμένως δεν τους δίνονταν ρητές εγγυήσεις ότι θα πάρουν τα χρήματά τους, εγγυήσεις που έθιγαν αναφανδόν κυριαρχικά μας δικαιώματα. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν όλο το 1894 και μερικές φορές έδωσαν ελπίδα για έναν διακανονισμό. Ωστόσο, οι άκαμπτες απαιτήσεις ορισμένων δανειστών, ανάμεσα στους οποίους πρωτοστατούσαν Γερμανοί, οδήγησαν τις σχετικές συνομιλίες σε οριστικό ναυάγιο. Από την άλλη, η σκληρή φορολογία, η ανεργία και γενικότερα ο οικονομικός μαρασμός της χώρας έκαναν, από τα τέλη κυρίως του 1894, τις διαδηλώσεις στην Αθήνα κάτι το σύνηθες. Ο Τρικούπης εκτός από τις σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό είχε να αντιμετωπίσει και την απαξίωση και υπονόμευση - προκαλούμενη από τους δανειστές - στο εξωτερικό, εκεί όπου κάποτε το κύρος του ήταν αναμφισβήτητο. Τον Ιανουάριο του 1895 παραιτείται και στις εκλογές του Απριλίου υφίσταται πανωλεθρία. Από τους 207 εκλεγμένους βουλευτές οι 140 είναι του Θ. Δηλιγιάννη και μόνο 18 δικοί του. Ο ίδιος, ως γνωστόν, απέτυχε να εκλεγεί, αφού οι συμπατριώτες του, οι Μεσολογγίτες, προτίμησαν τον Γουλιμή. «Θέλει και η πτώχευσις την τέχνην της» θα πει ο Ανδρέας Συγγρός.

Ο κ. Μιχάλης Α. Τιβέριος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 18-12-2011

Μοιάζουμε στην εποχή μας παρά στους γονείς μας

10 Αυγ 2011

Χωρίς Σχόλια

της Χριστίνας Κουλούρη, καθηγήτριας  Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μοιάζουμε στην εποχή μας παρά στους γονείς μας




Τον Δεκέμβριο του 1893 η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Από το 1879, αφού άνοιξαν οι ξένες χρηματαγορές για την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος είχε συνάψει πολλά εξωτερικά δάνεια και είχε αυξήσει υπερβολικά τη φορολογία- με έμμεσους φόρους στην κατανάλωση- για να μπορέσει να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Η σταφιδική κρίση εξάλλου είχε πλήξει τις εξαγωγές και είχε μειώσει σημαντικά την εισροή συναλλάγματος. Στην αναζήτηση νέου δανείου ο Τρικούπης είχε προσκρούσει στον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό, με τους Αγγλους να συναινούν στην παραχώρηση δανείων και τους Γάλλους να επιδιώκουν την πτώχευση, η οποία τελικά συνέβη. Παρά την πτώχευση, η ελληνική κοινωνία επέμενε στα αλυτρωτικά της οράματα και ενεπλάκη σε έναν καταστροφικό πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την ήττα το 1897 επιβλήθηκε στην Ελλάδα διεθνής οικονομικός έλεγχος με στόχο να καταβάλει η Ελλάδα πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία και να υπάρξουν πρόσοδοι για την αποπληρωμή των ξένων δανείων.

Η εικόνα αυτή της Ελλάδας σε πτώχευση στα τέλη του 19ου αιώνα θυμίζει πράγματι τη σημερινή εικόνα: μια οικονομία που στηρίχτηκε σε εξωτερικά δάνεια, κρίση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, επιβολή αυστηρής λιτότητας και μέτρων από διεθνή επιτροπή, «ξένη επέμβαση». Πολλοί σχολιαστές της παρούσας κατάστασης δεν διστάζουν λοιπόν να κάνουν ευθείες συγκρίσεις, υιοθετώντας ως δεδομένο ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ή, πάλι, χρησιμοποιούν τη σύγκριση αυτή για να αποδείξουν ότι, πράγματι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πίσω από αυτόν τον τρόπο σκέψης κρύβονται τα εξής ενδεχόμενα: 1) η μοιρολατρική διαπίστωση για την αναπόφευκτη, νομοτελειακή δυσπραγία της Ελλάδας (ως «Ψωροκώσταινας») από την ίδρυση του κράτους ως σήμερα (για διαφορετικούς λόγους κατά περίπτωση, ανάλογα με την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση του κρίνοντος)· 2) η επιθυμία να δειχτεί η αναγκαιότητα (και η ορθότητα) της επιβολής μέτρων λιτότητας σήμερα, εφόσον μετά την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου το 1897 η Ελλάδα γνώρισε οικονομική «εξυγίανση» και ανάκαμψη· και 3) η ανάγκη να προβλεφθεί το μέλλον μέσα σε συνθήκες κρίσης και ανασφάλειας. Η απλουστευτική και αφαιρετική σύγκριση λοιπόν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εφόσον μετά την πτώχευση του 1893 και την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου ακολούθησε περίοδος εντυπωσιακής ανόδου σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ξεπεραστεί και η σημερινή κρίση. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ωστόσο αυτό δεν ισχύει. Κατ΄ αρχάς, γιατί οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ιστορικές στιγμές είναι πολύ σημαντικότερες από τις ομοιότητες- αν είναι θεμιτή μια τέτοια σύγκριση. Η βασική ειδοποιός διαφορά ήταν η εμπλοκή του ελληνικού αλυτρωτισμού και η προτεραιότητα του εθνικού ζητήματος. Για τη συλλογική συνείδηση, η επιβολή του οικονομικού ελέγχου δεν ήταν αποτέλεσμα της πτώχευσης αλλά της ήττας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Παρ΄ ότι η Ελλάδα δεν έχασε εδάφη, χάρη στην παρέμβαση των Δυνάμεων, ταπεινώθηκε με μια εξευτελιστική ήττα τη στιγμή που μεγάλο μέρος των εξωτερικών δανείων είχε διατεθεί τα προηγούμενα χρόνια για στρατιωτικές δαπάνες. Επίσης, καμία σχέση δεν έχει το μικρό κράτος που έφτανε ως τη Θεσσαλία την εποχή της ακμής της δυτικής αποικιοκρατίας με τη σημερινή Ελλάδα που έχει κοινό νόμισμα με τα ισχυρά δυτικοευρωπαϊκά κράτη.


Αφετέρου, παρά τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε με συγκρίσεις και αναλογίες, η μελέτη της ιστορίας μάς δείχνει τη βαρύτητα της αλλαγής και της ασυνέχειας. Οπως έχει επισημάνει ο γάλλος ιστορικός Μαρκ Μπλοκ, με βάση ένα αραβικό γνωμικό, «οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο στην εποχή τους παρά στους γονείς τους». Η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει απομακρυνθεί και από την κυκλική και από τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Πέρα δηλαδή από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται (κυκλική αντίληψη), έχει αναθεωρηθεί και η κυρίαρχη τον 19ο αιώνα άποψη της γραμμικής εξέλιξης και προόδου.


Εν τούτοις, η βασική ιδέα που κρύβεται πίσω από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται συνδέεται με τη στερεοτυπική, και προ πολλού ξεπερασμένη, αντίληψη της ιστορίας ως σχολείου ηθικής και ως πηγής προτύπων συμπεριφοράς για το παρόν. Η έκφραση «historia magistra vitae» (η ιστορία είναι διδάσκαλος βίου) αποδίδεται στον Κικέρωνα και γνώρισε μακροβιότητα όχι μόνο στη σχολική αλλά και στη δημόσια ιστορία. Ανεξάντλητη πηγή παραδειγμάτων απόλυτης και αχρονικής αξίας, αυτή η παραδειγματική ιστορία χαρακτηρίζεται από ηθικό συντηρητισμό. Προϋπόθεση μιας τέτοιας αντίληψης είναι η πίστη στη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης, που επιτρέπει στο παρελθόν να λειτουργήσει ως ηθικός οδηγός για το παρόν και το μέλλον. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε περιπτώσεις «ένδοξων προγόνων», όπως έχει λειτουργήσει η αρχαιότητα για τη σύγχρονη Ελλάδα. Ισχύει όμως και με την ηθικολογική χρήση των «ελαττωμάτων» ή των «λαθών» των προγόνων ως παραδειγμάτων προς αποφυγή. Και στα δύο ενδεχόμενα στόχος δεν είναι το παρόν αλλά το μέλλον.


Οπως γράφει ο Reinhart Κoselleck, «ο παιδαγωγικός ρόλος της ιστορίας είναι ταυτόχρονα βεβαιότητα και σύμπτωμα μιας συνέχειας που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον». Το παρελθόν θεωρείται ότι λειτουργεί ως μέσο φρονηματισμού αφενός ή ως βάση για τον σχεδιασμό του μέλλοντος αφετέρου. Η ιστορία καλείται λοιπόν να συνδράμει στην πρόγνωση του μέλλοντος, ενός μέλλοντος για το οποίο υπάρχει ελπίδα και ανυπομονησία. Αυτά τα διδάγματα και η ικανότητα πρόβλεψης στο δυσοίωνο παρόν αναζητούνται επομένως από όσους επιχειρούν τη σύγκριση με την πτωχευμένη Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Το γεγονός ότι εκείνη η ιστορική περίοδος έληξε με την έλευση του «μεσσία» Ελευθέριου Βενιζέλου δε φαίνεται να είναι άσχετο με αυτές τις απόψεις. Ωστόσο κάθε γενιά κάνει τα δικά της λάθη.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-7-2011

«Αν έλθει άλλη κυβέρνησις, δεν θα τους δώσουν πεντάρα...;»

11 Μαΐ 2011

Χωρίς Σχόλια

Το «Συμβούλιο των ομολογιούχων», η πτώχευση του ΄32 και η δικτατορία Μεταξά μέσω βουλής και χρέους

του Γ.Π.Μαλούχου

«Αν έλθει άλλη κυβέρνησις, δεν θα τους δώσουν πεντάρα ...;»
 « ...;η καταφρόνισης προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλεόν τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον είς τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον»: Θεμιστοκλής Σοφούλης αγόρευση στη Βουλή, 29 Απριλίου 1936.

 Πολλά μπορεί να διαφέρουν, όμως, η πτώχευση της εποχής Τρικούπη (εξωτερικό χρέος 640 εκ. χρυσά φράγκα) και η πτώχευση του 1932 (εξωτερικό χρέος 1.022 εκ. χρυσά φράγκα) έχουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κοινό κομβικό στοιχείο: ότι, μετά από πολλές διεργασίες, και οι δύο κηρύχθηκαν μόλις το ποσοστό του χρέους έφτασε στο 150% του ΑΕΠ.
Ο Βενιζέλος απελπισμένος στην Ευρώπη
Τους τελευταίους μήνες της πρωθυπουργίας του, το 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει καταβάλει δραματικές προσπάθειες νέας δανειοδότησης της χώρας από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, που έχουν καταλήξει άκαρπες. Για την Ουάσιγκτον που βρίσκεται ακόμα μεταξύ του κραχ και του «Νιου ντιλ», δεν υπάρχει θέμα συζήτησης, όπως και για το Βερολίνο, που είναι ακόμα εξαιρετικά επιβαρυμένο με τις πολεμικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι διάδοχοι του Βενιζέλου, επίσης δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο σε αυτή την κατεύθυνση.
Λίγο πριν και διαρκώς μετά την πτώχευση του ΄32, το πρόβλημα του χρέους ήταν το μόνιμο υπόστρωμα πίσω από όλες τις εσωτερικές διεργασίες. Η πολύ έντονη κοινωνική πίεση που είχε προκαλέσει, γεννούσε άλλωστε και τον έντονο φόβο της ανόδου του ΚΚΕ - σε μια εποχή που η Οκτωβριανή Επανάσταση έστηνε το διεθνικό καθεστώς της και προκαλούσε τον φόβο του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα -, ενώ η διαπραγμάτευση με τους δανειστές επηρέαζε άμεσα την ευστάθια και τη σύνθεση των κυβερνήσεων.
Το 1932, το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της χώρας πήγαινε σε ποσοστό 81% για την εξυπηρέτηση του χρέους, τη στιγμή που στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% και στην Ουγγαρία, που ήταν και το μεγαλύτερο όλων των άλλων χωρών πλην της Ελλάδας, στο 48%. Την ίδια στιγμή, η «Υπηρεσία Δημοσίου Χρέους» απορροφούσε το 9,25% του ΑΕΠ της χώρας, την ώρα που στη Ρουμανία το αντίστοιχο νούμερο ήταν 2,3% ή στη Γιουγκοσλαβία 1,7%. Η κρίση, είχε γίνει πια ασφυξία.
Ετσι, το πρόβλημα του δημοσίου χρέους συνδέεται άμεσα και με όλες τις (συχνά δραματικές και για άλλους παράλληλους εσωτερικούς λόγους) πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν επηρεάζοντας διαρκώς την πολιτική ζωή στην κατεύθυνση της αποσταθεροποίησης, με κορυφαίο σημείο την ίδια την παλινόρθωση του '35, της οποίας το κύριο πολιτικό αποτέλεσμα ήταν η απόφαση του Γεωργίου να τοποθετήσει πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, ως τότε αντιπρόεδρο και υπουργό Στρατιωτικών της Κυβερνήσεως Δεμερτζή, μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού στις 13 Απριλίου του 1936.
Τα δύο μεγάλα κόμματα ψηφίζουν Μεταξά
Όμως, ο διορισμένος πρωθυπουργός Μεταξάς, έπρεπε να περάσει και από τη Βουλή. Η τελευταία προπολεμική Βουλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, ήταν κι η τελευταία στην οποία συγκρούστηκαν οι δύο μεγάλες ελληνικές παρατάξεις: αυτή του «βενιζελισμού» με εκείνη του «αντιβενιζελισμού». Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία, είναι ότι εκείνη η βουλή ήταν μάλιστα αναθεωρητική ...;
Στις εκλογές του Ιανουαρίου 14 κόμματα και συνασπισμοί είχαν ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού. Και είχε ψηφίσει σχεδόν το 21% (!) του «νόμιμου» πληθυσμού, λιγότερο από 1,3 εκατομμύρια ψηφοφόροι ...; Το αποτέλεσμα ήταν ότι αμέσως μετά το σχηματισμό της σε σώμα, η Βουλή διχοτομήθηκε σε δύο στρατόπεδα μια συμμετοχή πολλών κομμάτων το καθένα: η βενιζελική / δημοκρατική παράταξη οχυρώθηκε με ένα συνολικό ποσοστό λίγο πάνω από το 45% και 142 έδρες και η αντιβενιζελική με ποσοστό  αθροιστικά λίγο πάνω από 47,5% και 143 έδρες. Το Κουμμουνιστικό Κόμμα, έλαβε 5,6% και εξέλεξε 15 βουλευτές. Στην αρχή, θεωρήθηκε βέβαιο ότι οι βουλευτές του ΚΚΕ θα παίξουν το ρόλο του «ρυθμιστή» στο σχηματισμό κυβέρνησης. Τελικά, ήταν η μόνη ομάδα που είχε κάθετη άρνηση στην παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά και επιχειρηματολογούσε ανοιχτά στη Βουλή ότι η τοποθέτησή του θα οδηγούσε σε δικτατορία.
Και οι δύο μεγάλες παρατάξεις ήταν όμηρες της αδυναμίας τους να προσφέρουν λύση στα δημοσιονομικά και τα συνακόλουθα πολιτικά προβλήματα. Η κίνηση του Γεωργίου τους έδωσε μια διέξοδο, ένα «άλλοθι». Αλλωστε, ο ίδιος ο Βενιζέλος ήταν που, λίγες μέρες πριν πεθάνει, με επιστολή του στις 9 Μαρτίου, που δημοσιεύθηκε, είχε «καθαγιάσει» τον Μεταξά, αλλά και τον Γεώργιο - είχε θεωρήσει ότι η κίνησή του θα έθετε ένα οριστικό τέλος στα πραξικοπήματα. Όμως, και οι δύο παρατάξεις, γνώριζαν κατά βάθος τι έκαναν:
«Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνεδρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεοκοπίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. Είδομεν το θέαμα ενός κόμματος, το οποίον ο λαός επλούτισεν με 120 βουλευτάς και ένος άλλου με 80 και ενός άλλου με 40 να μη δύναται κανέν εξ αυτών αλλ' ούτε, δυστυχώς, όλα μαζί, να δώσωμεν κυβέρνησιν εις τον τόπον. Και εκαλέσαμε τον αξιότιμον αρχηγόν των ελευθεροφρόνων. Αρχηγόν κατά πάντα βεβαίως άξιον τιμής και δια το ένδοξον παρελθόν και δια το τίμιον παρόν και δια το εύελπι μέλλον, αλλά αρχηγόν εξ συναδέλφων εις την Βουλήν ταύτην και καταθέσαμεν εις τους πόδας αυτού άλλοι την εμπιστοσύνην μας δια διαμαρτυριών, όπως προσφυέστατα παρετηρήθη και άλλοι την ανοχήν μας μετά χειροκροτημάτων. Και τα 240 ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνισαν εις την αίθουσαν ημών εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί κατώθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως συνέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον κύριοι βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδος ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φωνάζει 'δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς', ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην απαντώμεν: 'Και όμως θα σε κυβερνήσει ο Μεταξάς!'¨ ...; Αυτά είπε ο δεξιός βουλευτής του Λαικού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος στις 29 Απριλίου 1936, την ημέρα που η Βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον αρχηγού του μικρού κόμματος των 6 βουλευτών, επικυρώνοντας το διορισμό του ως πρωθυπουργού από τον Γεώργιο.
Σοφούλης: «Κλονίζονται τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος»
Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ «βαρύ» πολιτικό όνομα, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του μεγαλύτερου στη Βουλή και διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου, έλεγε στις 29 Απριλίου: «Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει την ζωή μας, εισπέομεν όλοι, χωρίς να το καταλάβωμεν, μία γεναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμεθα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον απώτερον του κομμουνισμού, δια να καλύψωμεν τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργούμεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του αστικού καθεστώτος. Τα μίση μας, αι ασχήμιαι, η εμπάθεια η οποία έχει αποκορυφώσει τον διχασμόν του ελληνικού έθνους και δημιουργήσει τον κίνδυνον, έναν κίνδυνον σύροντα το έθνος εις την πλήρη καταστροφή και την τελείαν αποσύνθεσίν του, αυτός είναι ο προσεχής, ο ορατός, ο απτός κίνδυνος. Και η καταφρόνισης προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλεόν τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον είς τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον».
Οι ομολογιούχοι απαιτούν το 50%...
Ετσι, με μοχλό την αδυναμία των μεγάλων κομμάτων να συνεννοηθούν και να δώσουν λύση στα προβλήματα, ο Μεταξάς, είχε γίνει όχι μόνον πρωθυπουργός, με τους 241 ψήφους της Βουλής, αλλά είχε γίνει και δικτάτορας - η Βουλή του είχε δώσει μόνη της έκτακτες εξουσίες, ενώ είχε αυτοαναστείλει τη λειτουργία της για ένα εξάμηνο μετά το τέλος Απριλίου.
Ο Μεταξάς έχει αφηγηθεί πώς ο Γεώργιος τον πίεσε έντονα να ικανοποιήσει τα αιτήματα των Αγγλων ομολογιούχων, ενώ, για το θέμα αυτό, έφτασε μέχρι και να απειλήσει τον βασιλιά με παραίτηση:  «Οι ομολογιούχοι μας εξήρυξαν τον πόλεμον και θέλουν να επιστρατεύσουν την αγγλικήν κυβέρνησιν εναντίον μας. Προς τι; Εγώ είμαι αποφασισμένος να μην υποχωρήσω ούτε βήμα. Αν δε υποθέσωμεν και το αδύνατον, δηλ. να έλθει άλλη κυβέρνησις, τότε ακόμη χειρότερα. Δεν θα τους δώσουν όχι 50%, αλλά πεντάρα» έγραφε ο Μεταξάς στον Ελληνα πρέσβη στο Λονδίνο, στις 30 Ιουνίου 1937.
Την ίδια εποχή, ο Αγγλος πρέσβης στην Αθήνα Waterlow σημείωνε συμφωνώντας πλήρως,  ότι ο Μεταξάς προσέφερε περισσότερο απ' όσο μπορούσε να προσφέρει «οποιοσδήποτε άλλος Ελληνας» και καλούσε τους ομολογιούχους να αντιληφθούν ότι «εάν και όταν επέστρεφαν οι πολιτικοί, δεν θα έπαιρναν ούτε δεκάρα παραπάνω, και το πιθανότερο, τίποτε απολύτως» ...;
Αλλά αυτή η «σκληρή στάση» του Μεταξά, πόσο «σκληρή» ήταν πραγματικά; Όταν είχε κηρυχθεί η πτώχευση, το 1932, η κυβέρνηση είχε συμφωνήσει με τους δανειστές της χώρας την καταβολή του 30% των τόκων για το οικονομικό έτος  '32-'33, του 27,5% για το έτος '33-'34 και του 35% για το έτος '34-'35. Δεν άντεξε να υπηρετήσει το πρόγραμμα και πτώχευσε τη χώρα. Το Φεβρουάριο του 1935, συμφώνησε εκ νέου στο 35% για το έτος 1935-1936.
Μόλις δύο εβδομάδες μετά την επίσημη κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, στις 20 Αυγούστου, ο Μεταξάς συμφωνεί να καταβάλει το 40% για το έτος '35-'36 και το 40% για το έτος '36 - '37. Ο Μεταξάς ανακοίνωσε προσωπικά τη συμφωνία στον Γεώργιο, που βρισκόταν στην Κέρκυρα, σε διακοπές φιλοξενώντας τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Ή. Ηταν όλοι ικανοποιημένοι. Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1937, το Συμβούλιο των Ομολογιούχων, μέσω της βρετανικής κυβέρνησης, ζητά εκ νέου από την ελληνική, το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 50%...
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-5-2011

«Τότε κατήλθεν εις την Ελλάδα το σμήνος των δανειστών της...»

23 Απρ 2011

Χωρίς Σχόλια

Δεν είμαστε πρωτάρηδες στις στάσεις πληρωμών και στα μνημόνια

«Τότε κατήλθεν εις την Ελλάδα το σμήνος των δανειστών της...»




Η Ελλάδα άρχισε να επιζητεί και να εισπράττει δάνεια προτού ακόμη συσταθεί το ελληνικό κράτος. Για πολλούς στην Ευρώπη η επανάσταση του ΄21 και ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων ήταν μια «χρυσή» ευκαιρία για να δανείσουν την Ελλάδα με το αζημίωτο. Κυρίως οι αγγλικές τράπεζες αλλά και οι γαλλικές. Δάνεισαν τότε τους επαναστάτες με ονομαστικά δάνεια συνολικού ύψους 2,8 εκατ. λιρών (εκείνης της εποχής), αλλά τελικά μόνο το 20% του δανείου έφθασε στον προορισμό του. Τα υπόλοιπα χάθηκαν καθ΄ οδόν.

Ετσι η πρώτη πτώχευση έρχεται με μαθηματική ακρίβεια πολύ νωρίτερα από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Το 1827 δηλώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων. Η ευκαιρία δόθηκε με τη σύσταση και επισήμως του ελληνικού κράτους. Οι πιστωτές μάς χτύπησαν την πόρτα. Εισέπραξαν, λέγεται, τόσο μεγάλα ποσά που το 1843 οδήγησαν τη χώρα στη δεύτερη πτώχευση. Με τα ελληνικά δάνεια συνέβαιναν πάντα τα ίδια. Ορισμένα δεν έφθαναν καν στον προορισμό τους, άλλα τα σπαταλούσαν διάφοροι επιτήδειοι και πάντα από τη σύσταση του ελληνικού κράτους υπήρχαν κάποιοι Γερμανοί, κάποιοι Αγγλοι και κάποιοι Γάλλοι που έσπευδαν να μας δανείσουν. Οχι βεβαίως με ευκολία. Για να είναι σίγουροι ότι θα εισπράξουν τα χρήματά τους έβαζαν στη χώρα μας εξευτελιστικούς όρους αποπληρωμής. Ορισμένες κυβερνήσεις τους δέχονταν, άλλες όχι, αν και γνώριζαν ότι η χρηματοδοτική κάνουλα μπορούσε να κλείσει. Μετά το ιστορικό
«δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρ. Τρικούπη και την παραίτησή του από την πρωθυπουργία επειδή «ευρέθη εις την ανάγκην να αναστείλη τας πληρωμάς», κλήθηκαν από τον βασιλέα Γεώργιο οι Σωτ. Σωτηρόπουλος και Δ. Ράλλης να σχηματίσουν κυβέρνηση αλλά και να διαπραγματευθούν με τους δανειστές καλύτερους όρους δανείου με χαμηλότερα επιτόκια. Αυτό που εζητείτο στην πραγματικότητα ήταν ένα είδος επαναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους με τους όρους εκείνης της εποχής. Το τι συνέβη μετά λίγο διαφέρει από τα όσα συμβαίνουν σήμερα με το μνημόνιο, τους «τροϊκανούς» και το ΔΝΤ. Το περιγράφει ο δημοσιογράφος Θέμος Αννινος της εφημερίδας «Αστυ»:

«Τότε κατήλθεν εις την Ελλάδα
το σμήνος των αντιπροσώπων των δανειστών της, κομίζον ποικίλα συστήματα συμβιβασμού,φέροντα τα περίεργα ονόματα του "Σκριπ" και του "Φαίντινγκ",τα οποία όμως ευρέθησαν ανεφάρμοστα και εναυάγησαν προτού λάβουν οιανδήποτε μορφήν». Με δυο λόγια, οι δανειστές μας ήρθαν στην Ελλάδα, έφεραν ένα είδος μνημονίου και ζήτησαν από την κυβέρνηση να το υπογράψει ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει δάνεια. Η υπόθεση όμως έχει και συνέχεια και βεβαίως θυμίζει την προ του μνημονίου εποχή: «Ο γερμανικός Τύπος περιέλουσε την Ελλάδα με τας βαναυσοτέρας ύβρεις του γερμανικού λεξιλογίου και ο χαρακτηρισμός ημών ως ληστών ήτο η ελαφροτέρα ύβρις, ήτις προεχέετο ημίν. Ολοι εκείνοι οι μικροεισοδηματίαι και οι μικροσυνταξιούχοι Γερμανοί,οι ενδύσαντες τους παχυτάτους τόκους των, εκήρυξαν σταυροφορίαν κατά της Ελλάδος και ηπείλουν να κατασυντρίψουν αυτήν, ζητούσαν χρονικόν τι διάστημα όπως, ανορθώνουσα τα οικονομικά της, δυνηθή να εκπληρώση τας υποχρεώσεις της εις το ακέραιον. Ματαία προσπάθεια, οι δανεισταί ήσαν αμείλικτοι». Οπως επισημαίνουν οι ιστορικοί, οι δανειστές μας ζητούσαν από τότε ένα είδος «κουρέματος» του χρέους, ένα είδος αναδιάρθρωσης, ώστε να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή των δανείων που οι ίδιοι χορήγησαν. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κυβέρνηση Σωτηροπούλου ύστερα από λίγους μήνες ανετράπη και εκλήθη και πάλι ο Χαρ. Τρικούπης να κυβερνήσει. Πρώτη του πράξη ήταν να ακυρώσει το δάνειο που ζήτησε από τους ξένους ο Σωτηρόπουλος. Θεωρούσε ότι προέβλεπε εξευτελιστικούς όρους για μια χώρα. Ετσι οι τραπεζίτες αλλά και οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη αρνούνταν να χορηγήσουν δάνεια στην Ελλάδα. Ο Τρικούπης επιχείρησε ανεπιτυχώς να κάνει κάποιον συμβιβασμό μαζί τους (ένα είδος επιμήκυνσης). Οι δανειστές δεν το δέχθηκαν, επέμεναν στους όρους που ίδιοι επέβαλαν και έτσι δεν έδωσαν ούτε ένα φράγκο.

Τον Απρίλιο του 1895 ο Τρικούπης έχασε τις εκλογές. Αποσύρθηκε από την πολιτική και πέθανε έναν χρόνο αργότερα στο Παρίσι. Μετά ήρθε η χειρότερη καταστροφή με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Τότε βρήκαν την ευκαιρία οι δανειστές να επιβάλουν τους δικούς τους όρους. Πέραν του γεγονότος ότι η χώρα μας αναγκάστηκε να πληρώσει (μεταξύ άλλων) και 4 εκατ. λίρες ως πολεμικές αποζημιώσεις, ο πόλεμος έφερε και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ)
  στην ελληνική οικονομία. Ηρθε, δηλαδή, στην Ελλάδα για πρώτη φορά το τότε... ΔΝΤ!
H ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ

«Οι πιστωτές μας ήθελαν να αλώσουν την Εθνική Τράπεζα»
Λίνα Λούβη, Επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

«Δεν πιστεύω ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται γιατί ποτέ δεν είναι ίδια η συγκυρία.Δεν γίνεται να μεταφέρουμε το ίδιο πράγμα σε άλλες εποχές.Εισέρχονται και άλλοι παράγοντες.Υπάρχουν βεβαίως κάποιες συμπτώσεις.Αν ανατρέξετε στην Ιστορία,θα δείτε ότι από τη σύσταση του ελληνικού κράτους υπήρχαν οι ευρωπαίοι τραπεζίτες που δάνειζαν. Επαιζαν έναν ρόλο,όπως παίζουν σήμερα οι διεθνείς αγορές.Υπήρχε π.χ.ο Χάμπρο,τραπεζίτης στην Αγγλία, ή το Κοντούρ Εσκότ,το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στη Γαλλία το οποίο ήλεγχαν Γάλλοι,Ελληνες και Εβραίοι.Δάνειζαν τα λεφτά τους,αν και δεν έφθαναν όλα στον προορισμό τους.Και πάντα τα ζητούσαν πίσω βάζοντας τις περισσότερες φορές εξευτελιστικούς όρους στη χώρα μας.Χορηγούσαν δάνειο,π.χ.,και δεν ήθελαν να κυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.Ταπεινωτικοί όροι,δηλαδή.Τα "δάνεια Φαίντινγκ" ήταν ένα δάνειο κεφαλαιοποίησης. Ελεγαν στο ελληνικό κράτος να πουλήσει τοκομερίδια των προηγουμένων δανείων τα οποία θα εξοφλούσε με ομόλογα του νέου δανείου.Τον Δεκέμβριο του 1893, όταν έγινε η παύση πληρωμών, στις διαπραγματεύσεις που έγιναν για νέα δάνεια οι πιστωτές μας ήθελαν να αλώσουν την Εθνική Τράπεζα».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 23-4-2011

Εικόνες από το παρελθόν

18 Απρ 2010

Χωρίς Σχόλια

Των Γιωργου Παγουλατου και Μιχαλη Ψαλιδοπουλου*

Η ιστορία, βέβαια, δεν επαναλαμβάνεται. Ούτε αυτομάτως διδάσκει - αν και συχνά επιβεβαιώνει πόσο αποτυγχάνουμε να διδαχθούμε από αυτήν. Μας θυμίζει όμως ότι οι διαδρομές του ελληνικού πελατειακού κράτους, της υπερχρέωσης, της κρίσης και της ανάκαμψης έχουν βαθύ παρελθόν.
Πίσω στον 19ο αιώνα. Οταν τα πρωτοποριακά φιλελεύθερα συντάγματα της Επανάστασης καθιέρωσαν την καθολική ανδρική ψήφο, επέφεραν μιαν ανεπιθύμητη παρενέργεια. Σε ένα λαό ολίγων προεστών και μαζικών ρακένδυτων αγροτικών στρωμάτων, προέκυψαν οι προϋποθέσεις πολιτικής εξαγοράς ψηφοφόρων. Τα εγχώρια πελατειακά δίκτυα δεν αρκούνταν σε μικρο-διευθετήσεις. Αξίωναν λόγο για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα. Πολιτικές όπως αγροτική μεταρρύθμιση, φορολογία, ασφαλιστικές παροχές, επιδοτήσεις και, βέβαια, προσλήψεις και αμοιβές στο Δημόσιο, διευθετούνταν πελατειακά. Στη σύγχρονη περίοδο, ο πελατειασμός επρόκειτο να μετεξελιχθεί σε κομματοκρατία.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε εντυπωσιακά από το 1879 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1890. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ήταν εποχή παγκοσμιοποίησης και οικονομικής ελευθερίας για το εμπόριο και τις αγορές συναλλάγματος και κεφαλαίων. Η περίοδος τα είχε όλα: διεθνή κερδοσκοπία στο συνάλλαγμα, ολιγοπωλιακή οργάνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, αδυναμία του εθνικού κράτους απέναντι στους διεθνείς πιστωτές του, που διογκώνεται με τη διόγκωση της υπερχρέωσής του.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης εκμεταλλεύθηκε την ευρωπαϊκή συγκυρία της «εποχής του κεφαλαίου» για να προωθήσει εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις. Δημιούργησε υποδομές, κατασκεύασε σιδηροδρόμους, βελτίωσε τις συνθήκες παραγωγής. Στην ανάπτυξη βοήθησε και η ενσωμάτωση της πλούσιας θεσσαλικής γης αλλά και το νέο δασμολόγιο. Κυρίως, όμως, βοήθησε ο ξένος δανεισμός. Ο Τρικούπης άντλησε υπέρογκους δανειακούς πόρους από το εξωτερικό, δίνοντας δευτερεύουσα σημασία στους όρους και στην ορθολογική κατανομή των δανείων. Αποτέλεσμα ήταν μια παρατεταμένη οικονομική ευμάρεια χάρη στην αφθονία χρήματος και επικερδών τοποθετήσεων, στηριγμένη, ωστόσο, σε προϋποθέσεις που δεν ήταν αυτονόητο ότι θα ίσχυαν εσαεί.
Η υπερχρέωση του κράτους ήταν αποτέλεσμα πολλαπλασιασμού τόσο των διοικητικών (μισθών και συντάξεων) όσο κυρίως των στρατιωτικών δαπανών. Μεταξύ 1871 και 1892, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του εξωτερικού δημόσιου χρέους σχεδόν εξαπλασιάστηκαν. Η χώρα στροβιλιζόταν στον φαύλο κύκλο αναχρηματοδότησης του χρέους της, συνάπτοντας νέα δάνεια προκειμένου να καλύψει τα τοκοχρεολύσια των προηγουμένων. Οπως σημειώνει ο Γ. Δερτιλής, η υπερχρέωση αντανακλούσε τις πολιτικές συνθήκες της εποχής: «πλειοδοσία διορισμών και πατριωτισμού».
Οταν, με την ύφεση στην Ευρώπη και την σταφιδική κρίση, στέρεψαν οι συναλλαγματικοί πόροι για την εξόφληση των δανείων, η ανάπτυξη τελείωσε. Το 1893, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην πτώχευση, για να εισέλθει σ' ένα φαύλο κύκλο αναζήτησης πόρων για τη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού. Η ραγδαία υποτίμηση της δραχμής και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα είχαν διαταράξει την εμπιστοσύνη στο νόμισμα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ενα χρόνο αργότερα, ήρθε ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (ΔΟΕ).
Ο ΔΟΕ επέβαλε αυστηρό νομισματικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα, με δύο κυρίως μέσα. Μέσω του ταμείου υπεγγύων προσόδων, ο ΔΟΕ εισέπραττε αντί του Δημοσίου φορολογικά έσοδα που εξοφλούσαν τα ξένα δάνεια, ενώ η χώρα υποχρεωνόταν να αποσύρει ετησίως 2 εκατομμύρια δραχμές από την κυκλοφορία. Η πραγματική οικονομία βρέθηκε αρχικά σε κατάσταση ύφεσης. Από το 1901 μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε, κυρίως στις ΗΠΑ. Οι ταπεινωμένοι Ελληνες οδηγούνται σε ακραία συντηρητικά και εθνικιστικά ξεσπάσματα, όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα πελατειακών κρατικών παρεμβάσεων μηδενίστηκε, ενώ, με την ετήσια απόσυρση πληθωρικού χρήματος, η δραχμή άρχισε να ανακάμπτει. Με τη βραδύτητα μιας αγροτικής οικονομίας, μέσα σε 13 χρόνια επιτεύχθηκε πλήρης δημοσιονομική εξυγίανση και ανατίμηση του νομίσματος. Η ελληνική οικονομία ήταν το 1910 τόσο ισχυρή, ώστε να ετοιμάζεται για τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο.
Παρά το οδυνηρό κόστος απώλειας εργατικού δυναμικού και τον διαφυγόντα εθνικό πλούτο, η υπαγωγή στο ΔΟΕ είχε και σημαντικά θετικά αποτελέσματα. Ανάγκασε το κράτος να εγκαταλείψει την πεπατημένη της δημοσιονομικής επέκτασης μέσω δανεισμού που ωφελούσε τους λίγους (χρηματοοικονομικούς ενδιάμεσους, προμηθευτές στρατιωτικού υλικού, μεσάζοντες, χρυσοκάνθαρους και κομματάρχες). Οπως επισημαίνει ο Γ. Δερτιλής: «Εστω κι αν ήταν ταπεινωτικός και, μακροχρονίως, εκμεταλλευτικός (...) ο διεθνής έλεγχος επέτρεψε στην ελληνική οικονομία να επωφεληθεί από τους άλλους ευνοϊκούς παράγοντες της περιόδου 1898-1914 (...). Απέκλεισε την προχειρότητα στον δημόσιο δανεισμό και τη σύνδεσή του με τους μεσολαβητές και τους κερδοσκόπους. Και ανεξαρτητοποίησε το ηττημένο και πτωχευμένο ελληνικό κράτος από τους παλαιούς δανειστές και τους λεόντειους συνεταίρους του. Η "ξενική εξάρτηση του νεοελληνικού κράτους" αποδείχθηκε, σε αυτήν την περίσταση, οικονομικότερη από την εγχώρια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναγνώστες